Όταν την ησυχία μπορέσεις
να γεμίσεις
με ήχους χωρίς να την
κουράσεις,
με νότες να την ντύσεις
που όταν σωπάσουν
δεν θα ‘σαι σίγουρος για
το αν υπήρξαν,
θα σε κυριεύσει η έμπνευση
του τίποτα, του μάταιου.
Σ’ αυτά ψάξε να βρεις τις
λέξεις
το βίωμα να περιγράψεις.
Δεν μπορείς. Χάνεται.
Εκεί που πας να δώσεις
μορφή στην εμπειρία
και μόνος μάρτυρας εσύ,
ποτέ δεν θα επαναλάβεις τη
στιγμή,
αφού στην τελική είναι όλα
μια διαδικασία.
Μικρές κινήσεις.
Βήματα μικρά και σταθερά.
Όχι άλματα, εκτός αν
κινδυνέψεις.
Τον ήχο της εσώτερης
σιωπής
ντύσε με το δικό σου χρώμα
και ό,τι σου λείψει, να
ξέρεις,
δεν γεμίζει το κενό με
σκέψεις.

